Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2016

Έμπειρο Άπειρο (μέρος 6ο)


Τελείωνα το καφέ μου όταν μπήκε στη κουζίνα.
"Απο τι ώρα ξύπνησες;"
"Έχω κανένα μισάωρο. Κοιμήθηκες καλά;"
"Όσο με άφησες καλά ήταν. Τι ώρα είναι;"
"Κοντεύει εννιά."
"Θα πιούμε ένα μαζί;"
"Έχει έτοιμο γαλλικό, απλά ζέστανε τον."
Άναψε τη καφετιέρα, έβγαλε μια κούπα, μου έδωσε ένα πεταχτό φιλί στο στόμα και κάθισε δίπλα μου να στρίψει ένα τσιγάρο ενώ περίμενε.
"Τι ώρα θα πας στη σχολή σήμερα;", με ρώτησε.
"Το εργαστήριο αρχίζει στις 12 οπότε κατά τις 11 λέω να φεύγω. Εσύ;"
"Εγώ πρέπει να αρχίσω να ετοιμάζομαι αν θέλω να προλάβω."
"Δε σε βλέπω να βιάζεσαι ιδιαίτερα..."
"Είναι που δεν έχω θέμα με τις απουσίες. Θα κάνουμε τίποτα το βράδυ;"
"Έχω ένα live το βράδυ. Θες να έρθεις;"
"Είσαι και σε μπάντα;"
"Μόνο κάθε δεύτερο Σάββατο."
"Και τι παίζεις;"
"Μπάσο και ενίοτε κάνω δεύτερα φωνητικά."
"Έτσι εξηγούνται τα δάχτυλα..."
"Ναί, αλλά μη βγεί παραέξω. Θα έρθεις λοιπόν;"
"Τι μουσική παίζετε;"
"Θα ακούσεις το βράδυ."
"Θα μου αρέσει;"
"Σίγουρα όχι, αλλά που θα βρείς χειρότερα;"
"Μ' 'επεισες. Και που θα λάβει χώρα η χειρότερη συναυλία της ζωής μου;"
"Κατά τις 8 στο Όνομα του Ρόδου."

Κόντευε 6 όταν φτάσαμε με τα παιδιά στο μαγαζί.
Ανεβήκαμε τις σκάλες και μπήκαμε στο μπαρ. Δεν είχαν ανοίξει ακόμα και η μουσική που ακουγόταν γέμιζε τη σιωπή. Πλησιάσαμε τη μπάρα με το μουσάτο μπαρμαν να επιστρέφει στη δουλειά του αφού μας έριξε μια εξεταστική ματιά.
"Καλώς τα παιδιά. Ποιά μπάντα είστε εσείς;"
"Αυτή που ανοίγει."
"Αουτς. Το πρώτο κερασμένο, αν μου αρέσετε θα συνεχίσω να κερνάω, σύμφωνοι;"
"Σύμφωνοι."
"Αφήστε τα όργανα στο καμαρίνι και περιμένετε τους υπόλοιπους. Όταν έρθουν και οι άλλοι θα ξεκινήσουμε το soundcheck με αντίστροφη σειρά απο εκείνη που εμφανίζονται οι μπάντες. Έχετε δικό σας ηχολήπτη;"
Μας έπιασε ένα αμήχανο γελιο.
"Ούτε καν."
"Δε πειράζει έχουμε εμείς."
"Να στήσουμε τους ενισχυτές και τα ντραμς όσο θα περιμένουμε;"
"Η σκηνή είναι δική σας. Τι να βάλω να πιείτε;"
Κοιτάω τα παιδιά, "Ουίσκι;" - "Ουίσκι."
Γυρνάω στο μπαρμαν, "Ότι πούνε τα παιδιά."
"Τέσσερα ουίσκι λοιπόν."

Ένα ουίσκι και δυό μπύρες αργότερα είχαμε τελειώσει το soundcheck και το μαγαζί γέμιζε σιγά-σιγά με κόσμο.
"Πώς πάς απο άγχος;", με ρώτησε ο Νίκος.
"Τα συνηθησμένα. Με έχει πεθάνει το στομάχι μου και έχω πάει ήδη τρείς φορές τουαλέτα."
"Χαίρομαι. Αν τα πράγματα ήταν διαφορετικά θα ανησυχούσα."
"Ρε αντε στο διάολο."
"Τί έχουμε εδώ;", ρώτησε ο Αντώνης ενώ πλησίαζε με τον Άγγελο και τον επόμενο γύρο απο μπύρες.
"Περιμένουμε τις μπύρες που μας χρωστάς."
"Ορίστε λοιπόν.", και άφησε τις μπύρες στο τραπέζι.
Έπιασε ο καθένας απο μια και τσουγκρίσαμε.
"Καλή επιτυχία λέμε τώρα;"
"Νομίζω. Δε το κάνω και πολύ συχνά είναι η αλήθεια."
"Καλό live λοιπόν."
Τη στιγμή που κατέβαζα το μπουκάλι απο τα χείλη μου την είδα με την άκρη του ματιού να μπαίνει στο μαγαζί. Ίδια όπως τη πρώτη φορά που την είχα δει στο Θανάση, με μόνη διαφορά μια γκρί μπλούζα AC/DC. - Το κάνει επίτηδες για να την ερωτευτώ ξανά απο την αρχή, δεν υπάρχει άλλη εξήγηση-.
"Πάω κι έρχομαι.", είπα στα παιδιά και σηκώθηκα απο το τραπέζι.
"Μη χαθείς, σε λίγο ξεκινάμε."
"Δε θα πάω μακριά."
Πήρα τη μπύρα μου και κατευθύνθηκα προς την Αλίκη η οποία βρισκόταν στο μπαρ.
"Καλημέρα σας."
Γύρισε και με φίλησε.
"Καλημέρα και σε σένα. Να σου πω την αλήθεια δε περίμενα τόσο κόσμο."
"Ούτε εγώ."
"Πώς τα πας απο άγχος;"
"Έχω αρκετό."
"Θα το ξεπεράσεις."
"Μόνη σου ήρθες;"
"Περιμένω δυό φίλες μου να εμφανιστούν απο λεπτό σε λεπτό."
"Να σε κεράσω ένα ποτό;"
"Ίσως το επόμενο."
"Εντάξει λοιπόν, το επόμενο."
Ένα χέρι στον ώμο μου με έκανε να γυρίσω και να δώ τον Άγγελο.
"Βγαίνουμε."
"Τι καθόμαστε λοιπόν, πάμε."
"Καλή επιτυχία.", μου είπε η Αλίκη με ένα ακόμα φιλί.
Πήρα τη μπύρα μου και ακολούθησα τον Άγγελο στη σκηνή ενώ απο τα ηχεία άρχισε να παίζει το Hard Row των Black Keys.
Ανεβήκαμε στη σκηνή, σήκωσα το μπάσο και πέρασα τη ζώνη πάνω απο το κεφάλι μου. Ο Άγγελος έβγαλε τις μπαγκέτες απο τη κωλότσεπη και έκατσε στα ντράμς, ενώ ο Αντώνης ήταν ήδη έτοιμος με τη κιθάρα του και ο Νίκος ρύθμιζε το ύψος της βάσης του μικροφώνου του.
Γύρισε πλάτη στο κοινό και μας κοίταξε.
"Έτοιμοι;"
Κοιταχτήκαμε μεταξύ μας και αφού είχαμε όλοι τις μπύρες ανα χείρας γνέψαμε ο ένας στον άλλο γεμάτοι χαμόγελο.
"Πάμε να τα σπάσουμε."
Κατεβάσαμε όλοι απο μια γουλιά και ο Νίκος γυρισε προς το μικρόφωνο.
"Καλησπέρα...Είμαστε οι Corner Οf Τhe Circle...."

Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2016

Intermission



It happens sometimes,
you don't know why or how,
there's no reason for it,
but hell, it's there.

A strange feeling
of a bygone era,
the lost love,
the never ending drop.

Couple of drams later
and the hole is still there
it's so unfortunate that i quit smoking
and now my hands just keep shoving whisky down my throat.

I managed to reach the sea
cold and dark at this time
-pure magic-

Walking towards the abyss
step by step she puts her hands around me
to cleanse my every sin
and wash the past away.

She sets me free
and i feel caged.

-One more dram, please.
-Comin' right up.

And the pain goes on...

Παρασκευή, 5 Αυγούστου 2016

Έμπειρο Άπειρο (μέρος 5ο)



Η σκηνή είχε μετατραπεί σε ένα μικρό θερμοκήπιο και ξύπνησα μέσα στον ιδρώτα. Απο μακριά ακουγόταν το 99 luftballons της Nena. Με μια δεύτερη και καλύτερη ματιά κατάλαβα οτι η σκηνή που πέρασα τη νύχτα δεν ήταν η δικιά μου. Πήρα το χρόνο μου και οταν βεβαιώθηκα οτι είχα τον έλεγχο ξεκίνησα για τον έξω κόσμο. Ο ήλιος με τύφλωσε στην έξοδο αλλά κρατήθηκα στο ύψος μου. Δύο σκηνές αργότερα βρήκα τη δικιά μου. Άλλαξα γρήγορα και πήγα στη καντίνα να βρω το Μιχάλη ο οποίος καθόταν με τα κορίτσια Πήρα μια μπύρα πρώτα και μετά πλησίασα τη παρέα τους.
"Καλημέρα..."
"Πως είναι το κεφάλι σου;", ρώτησε πρώτη η Μαρία.
"Χάλια, αλλά η μπύρα θα βοηθήσει. Συγγνώμη για χθες."
"Δε πειράζει."
"Θες κάτι να φας;", συμπλήρωσε ο Μιχάλης.
"Όχι ακόμα. Ίσως αργότερα..."
Μέχρι να τελειώσω τη μπύρα μου τα κορίτσια είχαν φύγει και έμεινα μόνος με το Μιχάλη.
"Λοιπόν;"
"Τι;"
"Ποιο είναι το επόμενο βήμα; Θα πάμε Φολέγανδρο;"
"Πιστεύεις οτι έχουμε ελπίδες να τη βρούμε;"
"Αν όντως είναι εκεί, τότε ναι."
"Δεν ήθελα να γυρίσω στη Φολέγανδρο υπό τέτοιες συνθήκες..."
"Δε πειράζει. Τώρα θα πάμε."
"Έχεις δει δρομολόγια;"
"Πότε να προλάβω ρε μαλάκα; Ρωτάμε το Νίκο και βλέπουμε. Το μόνο σίγουρο είναι οτι σήμερα θα μείνουμε εδώ"
"Με τη Μαρία μίλησες;"
"Δεν έγινε τίποτα, ήσουν πολύ χάλια για να κάνεις κάτι. Άλλα ήταν απο δίπλα σου και σε πρόσεχε."
"Είναι καλή κοπέλα..."
"Σε ένα παράλληλο σύμπαν όλα θα είναι πιο εύκολα για εσάς τους δύο."
"Μήπως είναι μαλακία όλο αυτό; Που τρέχω πίσω απο την Αλίκη σαν χαμένος;"
"Φυσιολογικό δε το λες, αλλά απο το να μου ζαλίζεις τ' αρχίδια με το τι θα γινότανε, καλύτερα έτσι."
"Καλύτερα έτσι.."

Τα κορίτσια γύρισαν απο το μπάνιο και κάτσανε μαζί μας αφού παρήγγειλαν μερικά ούζα. Καθώς κάθισαν το τραπέζι γέμισε με μυρωδιές απο ήλιο, θάλασσα και αντηλιακό. Πίναμε μέχρι αργά το απόγευμα όταν αποφασίσαμε να το διαλύσουμε. Εκεί ήταν που λίγο πριν φύγει η Μαρία μου έπιασε το χέρι και μου είπε:
"Δώσε μου μισή ώρα και έλα μετά απο τη σκηνή να μείνουμε λίγο μόνοι μας."
"Είσαι σίγουρη;"
"Σκάσε. Θα τα πούμε σε λίγο." και έφυγε.

Είδα πως ήταν μέσα στη σκηνή και ασυναίσθητα πήγα να χτυπήσω τη πόρτα, μέχρι που κατάλαβα τη μαλακία μου και σταμάτησα.
"Δε θα σε φάω έλα μέσα."
Άνοιξα το φερμουάρ και μπήκα.
Δε πρόλαβα να κάτσω και άρχισε να με φιλάει. Ανάμεσα στα φιλιά και στα χαμόγελα της μου είπε,
"απο τη στιγμή που σε είδα ήθελα να το κάνω αυτό."
Με ξάπλωσε και ανέβηκε πάνω μου. Συνέχισε να με φιλάει αλλά το μυαλό μου ήταν αλλού μέχρι που σταμάτησε.
"Έπαθες τίποτα;"
"Ξέρεις κάτι;"
"Άσε με να μαντέψω, δε φταίω εγώ αλλά εσύ;"
"Κανένας δε φταίει. Απλά δεν έχουμε το κατάλληλο timing, που λένε και στο χωριό μου."
"Μοντέρνο το χωριό σου...", είπε και ακούμπησε το κεφάλι της στο στήθος μου.
"Σε θέλω.", ψιθύρισε.
Και μείναμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου μέχρι το επόμενο πρωί χωρίς σκέψη για το αύριο.

"Τηλέφωνα αλλάξατε;"
"Όχι."
"Τι παραπάνω θες για να καταλάβεις οτι ενδιαφέρεται;"
"Αυτό το κατάλαβα, αλλά όλα στην ώρα τους. Τουλάχιστον όχι τώρα."
"Και όταν έρθει η ώρα που θα τη βρεις ρε έξυπνε;"
"Μέχρι τότε έχουμε."
"Έχε χάρη που φτάνουμε."
Και κοίταξα τη Φολέγανδρο.
Ακόμα ωραία.
Με περισσότερο κόσμο απ' οτι την είχα αφήσει το '02.
Περισσότερο ήλιο.
Περισσότερα κτίσματα στο Καραβοστάση.
Αλλά ο Μανώλης εκεί.
Στο "σύρμα".
Με τα ούζα και τις ποικιλίες να περιμένουν.
Με την Αλίκη κάπου στο νησί.
Και το Σιδηρόπουλο να τραγουδάει το Voodoo Child καθώς πατάμε το πόδι μας στο νησί.

Κυριακή, 12 Ιουνίου 2016

Έμπειρο Άπειρο (μέρος 4ο)



Στάση Πανεπιστήμιο, έξοδος Ακαδημίας. Ακουμπούσα στα κάγκελα ενώ διάβαζα "Το Συγκρότημα" του Τουρκογιώργη. Τα αμάξια έτρεχαν απο πίσω μου και οι σελίδες γύριζαν η μια μετά την άλλη. Ο ήλιος ήταν ακόμα ψηλά και το τσιμέντο δε βοηθούσε τη κατάσταση. Ήμουν πέντε λεπτά νωρίτερα απο την ώρα που είχαμε συμφωνήσει. Άσχημη συνήθεια το να είσαι πάντα στην ώρα σου. Έβαλα το βιβλίο στη τσάντα και άναψα ένα τσιγάρο. Είχε έρθει η ώρα του. Και τότε την είδα. Μόλις είχε ανέβει τις σκάλες τις εξόδου και με έψαχνε. Φορούσε ένα ζευγάρι γυαλιά με πράσινο σκελετό και στρογγυλούς μαύρους φακούς σε μια εξωπραγματική αντίθεση με τα κόκκινα μαλλιά της.Με είδε και επιτάχυνε το βήμα της καθώς ερχόταν προς το μέρος μου με ένα απο τα ομορφότερα χαμόγελα που είχα δει στη ζωή μου. Εκείνη τη στιγμή ήταν που επιβράδυνε ο χρόνος και ενώ πλησίαζε στο κεφάλι μου άκουγα το She's electric των Oasis...
"Γεια! Ελπίζω να μην άργησα..." ,είπε και με φίλησε στο μάγουλο.
"Όχι. Απλά εγώ ήρθα νωρίτερα."
"Τι καπνίζεις;"
"Camel."
"Να σου πάρω ένα; Βαριέμαι να στρίβω τώρα. Άσε που δε το έχω καθόλου στα όρθια."
"Πάρε.", και της έδωσα το πακέτο.
Το πήρε κι έβγαλε ένα τσιγάρο με το στόμα της.
"Φωτιά;"
Αμέσως υπάκουσα και της άναψα το τσιγάρο. Ρούφηξε λαίμαργα και έβγαλε το καπνό απο τα ρουθούνια.
"Ξέρω ένα μαγαζί εδώ κοντά. Θες να πάμε;", μου είπε.
"Πάμε."
Και ξεκινήσαμε να ανεβαίνουμε τη Μασσαλίας. Ήξερα ήδη που θα με πήγαινε. Στο υπόγειο του Rue de Marseille ,δεν είπα όμως τίποτα.
"Φτάσαμε. Πώς σου φαίνεται;"
"Κάτσε να το δω απο μέσα και θα σου πώ."
Άδειο για ακόμα μια φορά αλλά δροσερό, όπως είναι πάντα η Μασσαλίας το καλοκαίρι. Αν κάτσεις στο τραπέζι με τους καναπέδες που χτυπάει το κλιματιστικό είναι σίγουρο πως μέχρι να φύγεις θα έχεις κρυώσει.
-δοκιμασμένα πράγματα-
Κάτσαμε στο τραπέζι με το καναπέ απέναντι απο την είσοδο, αντικριστά ο ένας απο τον άλλο. Κρυμμένοι απο τα μάτια όσων ήταν στη μπάρα.
"Λοιπόν;"
"Τι λοιπόν;"
"Τι έχεις να πεις;"
"Μ' αρέσει το νέο βάψιμο."
"Έχεις ξανάρθει;"
"Το έχω σχεδόν σαν δεύτερο σπίτι."
"Και νόμιζα πως είχα βρει κάποιο κρυμμένο μυστικό της πόλης..."
"Συνεχίζει και είναι, γι' αυτό δε βλέπεις πολύ κόσμο εδώ μέσα."
Εκείνη τη στιγμή η Άννα ήρθε για τη παραγγελία.
"Καλά εσένα δε σε ρωτάω, ξέρω τι θα πάρεις." μου κάνει."Εσένα κορίτσι μου τι να σου φέρω;"
"Ένα Morgan με πάγο."
"Να σας φέρω και κάτι να τσιμπήσετε;"
"Εγώ είμαι εντάξει. Αλίκη θέλεις κάτι;"
"Όχι ευχαριστώ."
"Οk, επιστρέφω σε λίγο με τα ποτά σας."
Μια στιγμή σιωπής.
"Να αρχίσω να ανησυχώ;"
"Για ποιο λόγο;"
"Που δε χρειάζεται καν να παραγγείλεις."
"Όχι. Είμαι ακίνδυνος. Συνήθως αν με πειράζει κάτι πίνω μέχρι να μη με νοιάζει πια. Αν το πρόβλημα είναι εκεί και την επόμενη μέρα τότε απλά πίνω μέχρι να σβήσω και μετά πάλι απο την αρχή μέχρι να το ξεράσω σε κάποια λεκάνη."
"Και αν δε το ξεράσεις ποτέ;"
"Μαθαίνω να ζω με αυτό μέχρι να με σκοτώσει."
"Μήπως να έκανες κάτι γι' αυτό;"
"Μα γιατί δε το σκέφτηκα νωρίτερα;"
"Δε χρειάζεται να έχεις τέτοιο ύφος. Στη τελική τι είσαι; Άλλος ένας μπεκρής που προσπαθεί να δικαιολογηθεί..."
"Εδώ κάνεις λάθος. Δε ψάχνω καμία δικαιολογία, απλά μ' αρέσει να πίνω."
"Ας αλλάξουμε κουβέντα καλύτερα..."
"Σύμφωνοι. Με τι ασχολείσαι Αλίκη; Τι άλλο κάνεις στη ζωή σου εκτός απο το να ανακαλύπτεις σκοτεινά μπαρ σε αυτή τη βρώμικη πόλη;"
"Σπουδάζω φωτογραφία στο ΤΕΙ Αθήνας εδώ και δύο χρόνια."
"Και γιατί δε σε έχω δει πουθενά;"
"Γιατί δε κοίταξες ποτέ σου."
"Ορίστε τα ποτά σας. Beefeater με τόνικ για σένα κλασσικά και Morgan me πάγο για τη κοπελιά."
"Ευχαριστούμε Άννα."
Ήπιε μια γουλιά απο το ποτό της. Ήπια σχεδόν το μισό απο το δικό μου.
"Εγώ σε έχω δει δυο φορές."
"Πού;"
"Τη μια στο κεντρικό διάδρομο έξω απο το εστιατόριο και την άλλη στο Εν Αθήναις."
"Και γιατί δεν είπες τίποτα;"
"Δε μου κίνησες το ενδιαφέρον."
"Τώρα όμως κάτι γίνεται..."
"Μη το πάρεις και πάνω σου. Απλά δεν είχα κάτι καλύτερο να κάνω."
"Ούτε εγώ."
"Ωραία άμυνα..."
"Ευχαριστώ. Είμαι σχετικά καλός σε κάτι τέτοια..."

Η ώρα πέρναγε ευχάριστα. Τα ποτά ερχόντουσαν το ένα μετά το άλλο, μαζί και κάτι σφηνάκια κερασμένα απο την Άννα. Δε φοβόταν να πιει. Ήταν αρκετά καλή σε αυτό. Κατά τις τρεις αποφασίσαμε πως είχε περάσει η ώρα και έπρεπε ο καθένας να πάρει το δρόμο του. Βγήκαμε απο το μαγαζί αφού χαιρετίσαμε την Άννα,τον πρόεδρο και τους υπόλοιπους. Μου ζήτησε ένα τελευταίο τσιγάρο και της είπα να μου βγάλει κι εμένα. Έκανε ξανά το ίδιο κόλπο, πήρε και τα δύο στο στόμα της, τα άναψε και μου έδωσε το ένα. Γεύτηκα τα χείλη της και πήρα μιαν ανάσα. Ξαφνικά η Αθήνα δεν ήταν και τόσο άσχημη.

Κατηφορίσαμε προς το μετρό απολαμβάνοντας ένα τελευταίο τσιγάρο μαζί. Φτάσαμε στη στάση των λεωφορείων στην Ακαδημίας και σταματήσαμε.Τη κοίταξα στα μάτια λέγοντάς της το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό:
"Νομίζω πως θα σε ερωτευθώ."
Χαμογέλασε, ήρθε πιο κοντά και μου ψιθύρισε στο αυτί:
"Νομίζω σε πρόλαβα..."
Χωρίς να χάσει χρόνο με έπιασε και με φίλησε. Άπληστα και με πάθος. Με τον ίδιο τρόπο που θα σε φίλαγε ένας πάνθηρας. Γιατί σ' αυτές τις περιπτώσεις δεν υπάρχει κάτι άλλο. Δεν υπάρχει μέση λύση. Μόνο έρωτας. Μόνο πάθος. Μόνο οι δυο μας.
Το φιλί τελείωσε και γύρισα στη πραγματικότητα. Μου έριξε ένα δεύτερο βλέμμα.
"Ξέρω ένα πολύ καλό μέρος για να ένα τελευταίο ποτό."
"Δε θα έλεγα όχι σε μια τέτοια προσφορά."
"Ωραία."

Πήραμε ένα ταξί και σχεδόν μισή ώρα αργότερα βρεθήκαμε στη Τριών Ιεραρχών στα Πετράλωνα.
"Που πάμε τώρα;", ρώτησα όταν έφυγε το ταξί.
"Δαναών 2.", και πλησίασε προς το μέρος μου.
"Τι είναι εκεί;"
Με έπιασε και με φίλησε ξανά.
"Το σπίτι μου..."

Τετάρτη, 18 Μαΐου 2016

Έμπειρο Άπειρο (μέρος 3ο)




"Ξύπνα Μιχάλη.Φτάσαμε!"
"Καλά ηρέμησε. Δε θα πάει πουθενά το νησί."
"Μάζεψέ ότι έχεις να είμαστε έτοιμοι."
"Έχεις δει το κόσμο; Χαμός θα γίνει με το που αράξει το καράβι."
"Γρήγορα ρε μη μας φύγει."
"Δε θα πάει πουθενά. Η Ευαγγελία μου είπε οτι θα κάτσει για καμιά βδομάδα εδώ."
"Καλά...."

Κατεβήκαμε στο λιμάνι μετά απο αρκετό σπρώξιμο και φασαρία. Λίγο μεθυσμένοι και σχετικά έτοιμοι για το τι θα συμβεί στη συνέχεια.
"Τώρα;"
"Κάπου θα υπάρχει ένα βανάκι απο το κάμπινγκ."
Δεν ήταν να το πει και ξαφνικά το είδαμε μπροστά μας. Volkswagen απο τα παλιά, κίτρινο στο χρώμα και με το όνομα του κάμπινγκ στη πόρτα. Μπήκαμε μαζί με μια παρέα απο τέσσερα κορίτσια και κατευθυνθήκαμε προς το Μηλοπότα οπου βρισκόταν το "μοβ γουρούνι" ή "purple pig" όπως το έλεγαν. Στήσαμε τη σκηνή, μαζέψαμε οτι ήταν για μάζεμα και κάτσαμε στη καντίνα.
"Τώρα τι κάνουμε;", με ρώτησε ο Μιχάλης.
"Περιμένουμε λεωφορείο για τη Χώρα. Αλλά πρώτα να πιούμε κάτι."
"Μου χρωστάς κάτι μπύρες οπότε ξεκίνα."
Πήγα στη μπάρα κι εκεί βρήκα το Νίκο.
"Ξεκίνα να φέρνεις μπύρες και όποτε δεις οτι τελειώνει το μπουκάλι να έχεις έτοιμο το επόμενο."
"Πες το κι έγινε."
"Σ'ωραίος..."

Ο ήλιος έπεφτε και οι μπύρες ακολουθούσαν η μια την άλλη. Στο διπλανό τραπέζι η παρέα με τα κορίτσια συζητούσε δυνατά αφού είχαν πιει τις μπύρες τους και είχαν αφήσει τα βιβλία που διάβαζαν. Το μάτι μου πήρε φευγαλέα το τίτλο απο το πιο κοντινό, 'Πως δενότανε τ΄ ατσάλι'. Σηκώθηκα και πήγα πάλι στο Νίκο.
"Ρε δικέ μου, ψάχνω μια κοπέλα."
"Όπως όλοι μας."
"Άσε τα φιλοσοφικά τώρα κι άκουσε με...", περιγράφοντάς του την Αλίκη.
"Δε βοηθάς και πολύ με τη περιγραφή, μιας και τα μισά εξάρχεια που έχουν κατέβει στο νησί αυτή τη περίοδο της μοιάζουν."
-Απο τα ηχεία έπαιζε το lovecats των Cure-
"Αλλά αν ρίξεις μια ματιά στο orange ή στον πήγασο ίσως γίνει κάτι."
"Μ΄αρέσεις  γιατί μου βρίσκεις λύσεις."
"Οτι θες φιλαράκι. Εδώ είμαστε."
Γύρισα στο Μιχάλη.
"Σήκω φύγαμε."
"Βρήκαμε άκρη;"
"Συνεχίζουμε στη χώρα. Ξέρω ένα καλό ρακάδικο."
"Μη πεις τίποτα άλλο. Πάμε."

Βρεθήκαμε στη πλατεία της Χώρας, με ρακές, κρητική μουσική και όντως τα μισά εξάρχεια στο κέντρο της Ίου. Μια κατάσταση που όμοια της δεν είχα ξαναβρεί και ούτε θα ξαναβρώ ποτέ. Φαινόταν απο μακριά οτι θα γινόταν ένα μεγάλο γλέντι, αλλά δεν είχα έρθει για διασκέδαση. Έπρεπε να τη βρώ. Κάπου εδώ κοντά θα είναι.
"Ώρα για το orange."
"Θα έχει ανοίξει;"
"Ο Νίκος μου είπε πως μαζεύει κόσμο κατά τη μία πριν να ξεκινήσουν το βράδυ τους, οπότε όλοι σχεδόν περνάνε απο εκεί κάποια στιγμή."
"Δε θα πω όχι σε περισσότερο αλκοόλ."
"Το ξέρω..."

"Ένα cobain's brains κι ένα amy's liver."
"Σφηνάκια ρε μαλάκα;"
"Τέτοιο είναι το μαγαζί."
"Πάρε τότε μερικά να δοκιμάσουμε."
"Φέρε τίποτα γιατί με τις μπύρες που ήπιες πλήρωσα το εισιτήριο τουλάχιστον τριπλό."
"Σιγά μωρέ μαλάκα...", είπε και συνέχισε.
"Ρε είσαι σίγουρος πως αξίζει όλο αυτό το κυνήγι και τη ταλαιπωρία η Αλίκη;"
"Είμαι σίγουρος.", είπα γεμάτος αυτοπεποίθηση μικρού παιδιού.
"Δε ξέρω αν το θυμάσαι αλλά στο έχω ξαναπεί. Πρόσεχε."
"Ναι ρε Μιχάλη. Προσέχω. Διάλεξε τώρα τι θα πάρουμε επιπλέον."
"Rainbow in the dark, Ziggy Stardust, highway to hell, comfortambly numb και αυτό εκεί με το αψέντι."
"Το έχεις βάλει σκοπό να γίνουμε σκατά πριν τη βρούμε;"
"Αν τη βρούμε με τόσο κόσμο."
Ήπια ένα σφηνάκι, " θα τη βρούμε."
"Η σιγουριά θα σε φάει."
"Πάντως περίεργο."
"Ποιο πράγμα;"
"Δε περίμενα ποτέ να διαλέξει την Ίο."
"Και τι ήθελες; Κουφονήσια;"
"Νομίζω δεν είναι απογοητευμένη γκόμενα αριστεριστή."
"Γιατί μόνο τέτοιες πάνε στα Κουφονήσια;"
"Έτσι λέει ο μύθος."
"Αριστεριστής μια φορά δεν είσαι. Απλά λίγο ελιτιστής σε κάποια πράγματα."
"Πίνε και σκάσε. Πάω να κάνω μια βόλτα μπας και τη δω."
Αλλά πουθενά. Μόνο τα κορίτσια απο το κάμπινγκ αναγνώρισα. Πουθενά η Αλίκη.
Άφησα το Μιχάλη στο orange και πήγα στον πήγασο που ήταν δίπλα. Ταράτσα, metal μουσική και καραοκε. Γύρισα το μαγαζί αρκετές φορές χωρίς να είναι και κανένα μεγάλο αλλά πάλι τίποτα. Το αποτέλεσμα ήταν να γυρίσω στο orange μετά απο ένα ουίσκι μόνο και μόνο για δικαιολογήσω τη παρουσία μου στον πήγασο.
Βρήκα το Μιχάλη στη παρέα με τα κορίτσια απο το κάμπινγκ και σχετικά μεθυσμένο. Πλησίασα.
"Να τος! Τώρα τη κουβέντα σου είχαμε. Λοιπόν αρχικά να γνωριστείτε."
-Δεν έχω χρόνο για τέτοια Μιχάλη. Για άλλο λόγο ήρθαμε.-
Αλλά τελικά έκατσα με τη παρέα τους και τις γνώρισα.Δύο Μαρίες, μια Χριστίνα και μια Αλεξάνδρα. Το βιβλίο το διάβαζε μια απο τις δύο Μαρίες, εκείνη με τα ίσια μαύρα μαλλιά (η άλλη είχε κόκκινα σγουρά).
Ξαφνικά ένα μήνυμα στο κινητό. Το διάβασα και πήγα στη μπάρα.
"Βάλε μου κάτι να με κάνει σκατά."
"Το 'χω.", μου είπε ο τύπος πίσω απο τη μπάρα με το ένα αυτί και άρχισε να αναμιγνύει διάφορα υγρά στο shaker. Τα χτύπησε αρκετά και αφού τα πέρασε στο ποτήρι πρόσθεσε απο ένα μικρο μπουκαλάκι με σταγονόμετρο, τρεις σταγόνες ενός μαύρου υγρού.
"Έτοιμος!", μου είπε γεμάτος καμάρι.
Πήρα το ποτήρι και το ήπια μονορούφι.
"Άλλο ένα."
Και μετά απο αυτό ήπια άλλα δύο...

Ξαναβρήκα τις αισθήσεις μου ενώ ήμουν πιασμένος απο τη μια μεριά απο το Μιχάλη και απο την άλλη απο τη Μαρία (με τα μαύρα μαλλιά). Ήμασταν στο γλέντι στη πλατεία και χορεύαμε κρητικούς ρυθμούς ενώ τα παιδιά παίζανε μουσική οπου η ρακή κι ο μαρουβάς έρεαν με αφθονία σε σφηνάκια και κούπες αντίστοιχα. Όλοι μαζί μια μάζα τραγουδάγαμε και πίναμε χωρίς να ξεχωρίζουμε ο ένας τον άλλο. Χωρίς διαφορές, χωρίς σκοτούρες, δίχως να υπάρχει αύριο. Τουλάχιστον για τους άλλους. Η Μαρία να γελάει απο δίπλα και να μου λέει με τα μάτια της οτι με θέλει. Ο Μιχάλης απο την άλλη απλά να κατεβάζει ποσότητες αλκοόλ τις οποίες θα μετανιώσει το επόμενο πρωί. Κι εγώ ξαφνικά να παγώνω στην ανάμνηση του μηνύματος...
"Μιχάλη πρέπει να σου πω."
"Μου το έχεις πει τουλάχιστον πέντε φορές μέχρι τώρα."
"Δε θυμάμαι ούτε μία."
"Δε πειράζει. Θυμάμαι εγώ."
"Ρε Μιχάλη..."
"Τι;"
"Και τώρα πως γυρνάμε πίσω μόνοι μας;"





Κυριακή, 17 Απριλίου 2016

Έμπειρο Άπειρο (μέρος 2ο)

"Θα πάμε για μάθημα τελικά;"
"Ρε Ευαγγελία, μας έχεις δει πολλές φορές να μπαίνουμε για θεωρία;"
"Άσε που έχουμε ένα καραφάκι ακόμα."
"Αφού όλα είναι άδεια..."
"Δίκιο έχεις...Ηρακλή! Πιάσε άλλη μια ρακή και φέρε και το ποτήρι σου."
Μια φωνή μέσα απο το μαγαζί φώναξε: "Έφτασε..."
Μόλις είχε μπει η άνοιξη, είχαν πιάσει οι πρώτες ζέστες και το 'Εν Αθήναις' πίσω απο το ΤΕΙ είχε βγάλει τραπεζάκια στο πάρκο, κάτω απο ομπρέλες και αυτοσχέδιες τέντες.Άλλη αίσθηση τότε.Ανάμεσα στα κενά απο τα εργαστήρια και τις θεωρίες μαζευόμασταν εκεί για μερικές μπύρες και τις κερασμένες πλέον ρακές.Το είχαμε "χτίσει" το μαγαζί τόσα χρόνια στη σχολή.
Η Γεωργία μας έφερε μια κανάτα ρακή και ενα μικρό μεζέ.
"Ρε Μπάμπη σ' αυτή δε χωθήκαμε ακόμα."
"Άσε με ρε μαλάκα,αμάν και πως κάναμε να γλιτώσουμε απο τις άλλες τη προηγούμενη φορά."
"Ωραία ήταν όμως."
"Τι ωραία ρε χαζά; Που σας μάζευα απο τα νοσοκομεία."
"Ευαγγελία δεν ήρθες για καλό σήμερα."
"Καλά,το σταματάω.",είπε αφού κατέβασε ένα σφηνάκι, " Το βράδυ θα πάμε Θανάση;"
"Που παίζει;"
"Στο Fuzz."
"Ας κάνουμε μια προθέρμανση λοιπόν."
"Ωραία.Να πούμε κατα τις 8 στο Γκάζι;"
"Έγινε.Και κράτα μας σημειώσεις απο το μάθημα."
"Κάτι θα κάνω...",γύρισε κι έφυγε για το ΤΕΙ.
Εμείς συνεχίσαμε τη προθέρμανση.Ποτέ δε πας σε συναυλία του Θανάση χωρίς να έχεις κατεβάσει ρακές ή τσίπουρα.-Νόμος-

Κατά τις 8 ήμουν με το Μπάμπη και το Μιχάλη στο Γκάζι.Βρήκαμε την Ευαγγελία με την Ιωάννα,αγοράσαμε μερικά καραφάκια απο το περίπτερο και πήραμε το λεωφορείο για το live.
Οι άλλοι είχαν εισιτήρια αλλά εγώ το έπαιζα χαλαρός κι ωραίος πιστεύοντας οτι θα βρω να αγοράσω στο ταμείο.Μέχρι που φτάσαμε στο μαγαζί και είδα το κόσμο που είχε μαζευτεί.
Τόσο κόσμο ούτε τα Χριστούγεννα στο Αn για τους Nighstalker...
"Λες να μη βρω εισιτήριο;"
"Έλα ρε, άραξε.Κάτι θα βρούμε.",μου είπε ο Μπάμπης.
Κάτσαμε στην ουρά και περιμέναμε,μέχρι που ένας απο το μαγαζί βγήκε και φώναξε:
"Για σήμερα είμαστε sold out,έχουν όμως μείνει μερικά εισιτήρια για αύριο."
"Σκατά"
"Θα κάτσω να σου κάνω παρέα.",είπε ο Μιχάλης,"παιδιά μπείτε εσείς και θ' ακολουθήσουμε κι εμείς σε λίγο."τους είπε ενώ τα παιδιά μας έδιναν τα καραφάκια απο τις τσάντες γιατί στο μαγαζί κάναν κι έλεγχο...
Κάτσαμε στα κάγκελα πίνοντας τσίπουρα περιμένοντας ένα θαύμα μέχρι που ήρθε εκείνη.
Κόκκινα μαλλιά σπαστά, μέχρι τους ώμους, μάτια που σε δίκαζαν με κάθε τους βλέμμα και ένας ερωτισμός που θύμιζε Παζολίνι.Φορούσε τζιν παντελόνι, λευκό μπλουζάκι και στενό μαύρο, δερμάτινο μπουφάν.
"Έχει κανείς κανένα αναπτήρα;",ρώτησε ενώ πλησίαζε με μια Μαλαματίνα στο χέρι.
Οι φλώροι δίπλα μου ψάχνονταν ακόμα καθώς εγώ έβγαζα το ανοιχτήρι και της το πρότεινα λέγοντας:
"Καλημέρα,Αλέξανδρος."
"Αλίκη",είπε και άνοιξε τη ρετσίνα.
Πιάσαμε τη κουβέντα και ο Μιχάλης ξαφνικά χάθηκε μέσα στο πλήθος με ένα κρυφό χαμόγελο.Ήξερε το τέλος απο τότε.Το είχε δει αρκετές φορές με μένα πρωταγωνιστή.Μια ζωή η ίδια ιστορία.Να ερωτεύομαι γυναίκες με τις οποίες δεν έχω μέλλον και καταφέρνω πάντα να χαλάω το συκώτι μου για εκείνες...

Ξαφνικά ένα ζευγάρι έδωσε ένα επιπλέον εισιτήριο που είχε και η Αλίκη το "τσίμπησε".Πήγε να μπει αλλά ξαφνικά γύρισε προς το μέρος μου.
"Αυτό για σένα και καλή υπομονή." και μου έδωσε οτι είχε μείνει απο τη ρετσίνα.
Ήπια μια γουλιά και ξαναγύρισα στη θέση μου μπροστά στα κάγκελα.Όλο αυτό όμως δεν είχε περάσει απαρατήρητο απο έναν μπράβο του μαγαζιού,οπότε γύρισε και μου είπε:
"Αυτό ήταν;Έφυγε και σε παράτησε;"
"Ναι."
"Γυναίκες..."
"Ξέρω...Πεταμένα λεφτά..."
"Πιες το μονορούφι και σε βάζω μέσα να τη βρεις"
Κατέβασα τη ρετσίνα και μπήκα.
Μέσα βρήκα το Μιχάλη ξαπλωμένο σε ένα καναπέ μπροστά απο το βεστιάριο.Προσπάθησα να καταλάβω τι έλεγε αλλά τσάμπα κόπος και συνέχισα προς το live.
Δεν έπεφτε καρφίτσα.Αλλά ξαφνικά σταματάει η μουσική και ακούω μια γνώριμη φωνή να καλύπτει τους υπόλοιπους στις παραγγελιές:
"Το σκουλαρίκι.Το σκουλαρίκι"
-Μαλάκα Μπάμπη σε βρήκα μέσα σε ένα ασφυκτικά γεμάτο Fuzz-
Και κάπως έτσι βρήκα και την υπόλοιπη παρέα με την οποία είχα ξεκινήσει.

Την είδα δίπλα απο το βεστιάριο που πουλάγανε το καινούριο cd του Θανάση(ο ελάχιστος εαυτός).
"Καλημέρα σας"
"Ακόμα;"
"Πάντα.Πριν που μιλάγαμε έκανα το λάθος και δε ζήτησα το τηλέφωνό σου."
"Όντως.Μαλακία σου."
"Το κατάλαβα αργά.Ας κάνουμε όμως κάτι γι' αυτό."
Και αφού αλλάξαμε τηλέφωνα μέσα στο χαμό του Fuzz  δώσαμε ραντεβού για την επόμενη φόρα.
"Να προσέχεις",μου είπε ο Μιχάλης.


Αλλά δεν τον άκουσα...

Δευτέρα, 4 Απριλίου 2016

Έμπειρο Άπειρο (μέρος 1ο)

Ζέστη.Αποπνικτική.Όπως είναι πάντα τα καλοκαίρια στην Αθήνα.Αυτή τη φορά όμως,ήταν κάπως χειρότερα.Έσταζα απο τον ιδρώτα και το δέρμα του καναπέ κολλούσε πάνω μου.Το μόνο που έσπαγε τη σιωπή του δωματίου ήταν ο βόμβος του ανεμιστήρα,που έπαιζε σαν μουσική στα αυτιά μου τις τελευταίες ώρες που προσπαθούσα να κοιμηθώ.
ΝΤΡΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΝ
Το κουδούνι.Έψαξα μέσα στο σκοτάδι για το κινητό μου,το ρολόι έλεγε πως ήταν λίγο μετά τις 12.
"Σκατά."
Το κεφάλι μου δεν έλεγε να φτιάξει απο το χθεσινό μεθύσι και οι 3 ώρες ύπνου δεν ήταν αρκετές.
ΝΤΡΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΝ
"Έρχομαι,γαμώ τη μάνα σου.Έρχομαι."
Απέφυγα το τραπεζάκι μπροστά απο το καναπέ αλλά τελικά σκόνταψα σε κάτι άδειες μπύρες.Να θυμηθώ να πάω τα μπουκάλια για ανακύκλωση...
ΝΤΡΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΝ
"Ποιος;"
"Μιχάλης"
Πάτησα το κουμπί της εξώπορτας και τον άφησα να μπεί.Μέχρι να ανέβει τις σκάλες είχα ανοίξει τα παντζούρια ενώ προετοίμαζα το στομάχι μου για περισσότερο αλκοόλ.Ας μη ξεχνάμε οτι στις 12 το μεσημέρι είναι ώρα για τσίπουρα...
Τον άκουσα να κλείνει τη πόρτα.
"Στη κουζίνα είμαι.Θες τσίπουρο;"
"Βάλε ένα",μου είπε ενώ έμπαινε στη κουζίνα.
"Μεζεδάκι θα βγάλεις ή θα το πιούμε σκέτο;"
"Αν θες εσύ φτιάξε,δεν είμαι στα καλύτερα μου τώρα."
"Κάτι μου είπε η Ευαγγελία."
"Που το έμαθε;"
"Την πήρε τηλέφωνο η Αλίκη."
"Και σε μένα τίποτα..."
"Αυτή τη φορά είναι σοβαρά τα πράγματα να φανταστώ..."
"Μάζεψε οτι χώραγε σε μια βαλίτσα,έγραψε ένα αντίο κι έφυγε.Θα περάσει κάποια στιγμή που θα λείπω για να πάρει και τα υπόλοιπα.Οπότε ναι,θα έλεγα πως αυτή τη φόρα τελειώσαμε οριστικά."
Έβγαλε μια ντομάτα και κάτι ελιές απο το ψυγείο.
"Πώς είσαι τώρα;",με ρώτησε ενώ έκοβε σε κομμάτια τη ντομάτα.
"Χάλια."
"Θυμάμαι και τις προηγούμενες φορές.",έβρεξε μερικά παξιμάδια και τα έβαλε στο ίδιο πιάτο με τη ντομάτα και τις ελιές.
"Τώρα είναι χειρότερα."
"Κάθε φορά τα ίδια."
"Τότε είχα και μια μικρή ελπίδα οτι θα γύριζε."
"Γιατί έφυγε τώρα;",ήρθε στο τραπέζι με το ποτήρι του και το μεζέ.
"Έπρεπε να φύγει...Τουλάχιστον έτσι μου έγραψε..."
"Περίεργο όμως που της ήρθε έτσι ξαφνικά."
"Μάλλον δεν ήταν και τόσο ξαφνικό.Τις τελευταίες 3 μέρες που το σκέφτομαι,ανακαλύπτω όλο και περισσότερα σημάδια της απομάκρυνσής της."
"Μου θυμίζει κάτι που μου είχε πει η ξαδέρφη μου."
"Και τι είναι αυτό;"
"Για ένα παλιό γκόμενο,οτι τον είχε χωρίσει στο μυαλό της τουλάχιστον 2 μήνες πριν να του το πει."
"Έλα ρε,τυχερός ο μικρός.Κέρασε τον ένα με πάγο."
"Πάλι αυτό έβλεπες;"
"Έτυχε."
"Καλά.Θα πας να την βρεις λοιπόν;"
"Αν ήξερα που είναι, ναι.Θέλω έναν γαμημένο επίλογο μετά απο τόσα μέσα-έξω σε αυτή τη σχέση."
"Ωραία. βάλε μερικά ρούχα σε ένα σάκο και να είσαι έτοιμος μέχρι τις 5."
Κατέβασε με τη μια το υπόλοιπο τσίπουρο και κινήθηκε προς τη πόρτα.
"Όταν λες;" τον ρώτησα ενώ τον ακολουθούσα με τη καρδιά μου να τρέχει κάμποσα βήματα μπροστά.
"Η Αλίκη είναι στην Ίο.",είπε ενώ άνοιγε τη πόρτα.
"Ήξερα οτι θα πεις ναι και έχω ήδη κλείσει εισιτήρια.Μη στεναχωριέσαι,θα μου τα χρωστάς σε μπύρες.Στις 5 να είσαι έτοιμος για να μη χάσουμε το πλοίο.",ένα τελευταίο χαμόγελο και έκλεισε τη πόρτα πίσω του.
Έμεινα για λίγο ακίνητος μέχρι να συνειδητοποιήσω τι μου είχε πει.

Επέστρεψα στη κουζίνα κι έκατσα στη καρέκλα, άνοιξα τη μπαλκονόπορτα δίπλα μου και άναψα ένα τσιγάρο.Το κάπνισα λαίμαργα και μετά επιτέθηκα στο υπόλοιπο τσίπουρο.Στο μυαλό μου ήδη έπαιζε το κομμάτι.
Hellraiser απο Motorhead.
Φύγαμε!